Ένας ηθοποιός για δύο ρόλους – Το τέρας της απιστίας

ενα-0-α

-Να σε ρωτήσω κάτι;
-Για πες…
-Έχεις κανένα νέο από τη Χριστίνα;
-«Τη Χριστίνα»;
-Ναι ρε… Λέω μήπως έχεις μάθει τι κάνει, πώς είναι….
-Τι σημασία έχει πλέον;
-Σωστά… Τώρα πια έχουν όλα περάσει…

 

Εκείνη τη στιγμή, καθισμένος με τον φίλο μου τον Στέφανο, χαλαρός με τον καφέ μου στο σαλόνι του σπιτιού μου, με έπιασα να ζω αυτό που μάλλον εννοούν όλοι με τη φράση «Είδα τη ζωή μου να περνά από μπροστά μου σαν ταινία»…
Ήμασταν εφτά χρόνια ζευγάρι με τη Χριστίνα. Είχαμε γνωριστεί στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα που παρακολουθούσαμε και οι δύο. Μου έκανε «κλικ» από τον πρώτο καιρό της συναναστροφής μαζί της. Αρχικά με αφορμή ζητήματα του μεταπτυχιακού και αργότερα λόγω «χημείας», οι επαφές μας πύκνωναν όλο και περισσότερο. Περνούσαμε όμορφα μαζί. Τη διεκδίκησα. Την κέρδισα.
Ο χρόνος περνούσε όμορφα… Ήμασταν στην καλύτερή μας φάση. Ερωτευμένοι, με όλη τη ζωή μπροστά μας. Κοιταζόμουν στον καθρέφτη και έβλεπα μπροστά μου ένα λαμπερό πρόσωπο με σπινθηροβόλο βλέμμα. Τη νύχτα ζούσα οργιώδη όνειρα κοινής ευτυχίας με τη Χριστίνα.

 

Όχι πως τα όνειρα της ημέρας πήγαιναν πίσω… Και ξεκίνησαν να γίνονται πράξη: Στα τέσσερα χρόνια ένα όμορφο μονόπετρο αγκάλιασε τον παράμεσο της Χριστίνας με την υπόσχεση να γίνει κάποια στιγμή αργότερα πλατινένια βέρα. Στον πέμπτο χρόνο περνούσαμε στα μπρελόκ μας από ένα κλειδί ο καθένας, για την ίδια πόρτα. Στρώσαμε και το χαλάκι Welcome στο κοινό μας κατώφλι. Το σπίτι μας γέμιζε συχνά από οικεία πρόσωπα και όμορφες στιγμές.

 

Ώσπου μπήκε στο σπίτι μας και το Τέρας: Welcome! Το υποδεχτήκαμε με την απατηλή μορφή ενός νέου συναδέλφου της Χριστίνας ένα βράδυ σε μια φιλική μάζωξη. Ήταν το καινούργιο, πολλά υποσχόμενο στέλεχος στην εταιρεία που εργαζόταν η σύντροφός μου. Εμφανίσιμος, με ιδιαίτερη «αύρα» και μεγάλη πέραση στις γυναίκες. Έτσι τουλάχιστον μάθαινα για το τελευταίο από τις συναδέλφους της Χριστίνας όταν βρισκόμασταν μαζί τους.

 

Τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε σημασία για εμένα αν δεν παρατηρούσα αξιοσημείωτες αλλαγές στη συμπεριφορά του τότε «Άλλου μισού του ουρανού μου», λίγο καιρό μετά την άφιξη του Τέρατος στην καθημερινότητά της…

 

Αρχικά προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι μάλλον έχω παρεξηγήσει: Η αρχική της αδιαφορία που μετατρεπόταν σε ολοένα και περισσότερες «θερμές» αναφορές στο πρόσωπο του Τέρατος ήταν μάλλον απλή εκτίμηση στην προσφορά του στην εταιρεία και τη συναδελφικότητά του. Τα προοδευτικά αυξανόμενα τηλεφωνήματα που αντιλαμβανόμουν ότι ανταλλάσσονταν μεταξύ τους αφορούσαν μάλλον ζητήματα δουλειάς. Δεν είχα παράπονο όμως – τις νύχτες το Τέρας επικοινωνούσε και μαζί μου: Ερχόταν στα όνειρά μου – άλλοτε ακουγόταν στ’ αφτιά μου ο ρόγχος της ανάσας του καθώς επιδιδόταν σε ανόσιες πράξεις πάθους με τη Χριστίνα. Άλλοτε ένιωθα το βρωμερό του νύχι να ξύνει το στήθος μου, προσπαθώντας να φτάσει στην καρδιά μου.

 

Οι επιπλέον ενδείξεις ότι κάτι τρέχει με τη Χριστίνα και το Τέρας πλήθαιναν, και με όσο καθαρό μυαλό μου έμενε μπορούσα να συμπεράνω ότι είχαν βάσιμη υπόσταση: Τα πλάγια βλέμματά της… οι συχνοί πολυσυζητημένοι γυναικείοι «πονοκέφαλοι»… ο κωδικός κλειδώματος στο κινητό της… τα μισόλογα και η απροθυμία για οποιαδήποτε δραστηριότητα εμπεριείχε εμάς τους δύο… η αποξένωση… οι γκρίνιες της καθώς παρατηρούσε το παραμικρό θέμα μεταξύ μας μέσα από τον νέο τεράστιο μεγεθυντικό φακό της… ο χρόνος που αφιέρωνε στην πρωινή τελετουργική της ετοιμασία για το γραφείο… ο γυμνός της παράμεσος, αφού το μονόπετρο είχε γίνει πλέον τόσο άνετο στο δάχτυλο όσο και η σιδερένια μπάλα στο πόδι του φυλακισμένου.

 

Ένα βράδυ οι ενδείξεις έδωσαν τη θέση τους στην απόδειξη. Η «έξοδος με τις κολλητές» ήταν ρομαντική έξοδος για δύο… Την… Πεντάμορφη και το Τέρας. Της είχα πει ότι θα έβγαινα κι εγώ με έναν φίλο. Εξάλλου, πάντοτε οι φίλες της είχαν το μερίδιό τους στην καθημερινότητά της, όπως και οι δικοί μου αντίστοιχα. Ο φίλος θα έβαζε το αυτοκίνητο, με το οποίο την παρακολουθήσαμε. Με σφιγμένη καρδιά επιβεβαίωσα αυτό που μέχρι και την τελευταία στιγμή ήλπιζα ότι ήταν απλά ένας εφιάλτης. Λίγες ώρες μετά, η μύτη του Τέρατος μάτωνε. Παραφύλαξα έξω από το σπίτι και, όταν έφτασαν με το αυτοκίνητο έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας μας, έτρεξα προς το παράθυρο του οδηγού και «χαιρέτησα» καταλλήλως, υπό τις φωνές και τα κλάματα της Χριστίνας…

 

-Πού χαζεύεις ρε συ;
-Ε; Εγώ; Α…κάτι σκεφτόμουν….

 

Ο Στέφανος με επανέφερε στο σήμερα. «Είδα τη ζωή μου να περνά από μπροστά μου σαν ταινία». Η ζωή μου τότε. Τίτλοι τέλους. Τώρα όλα αυτά είναι μια κακή ανάμνηση. Αν ισχύει αυτό που διάβασα για την ιδιότητα του εγκεφάλου να «σβήνει» με τον καιρό τις δυσάρεστες αναμνήσεις, αυτό το φιλμ θα καταστραφεί κάποτε τελείως. Τελείως;

 

-Τουλάχιστον την ξεπέρασες σύντομα και προχώρησες! Η Σοφία είναι καταπληκτικός άνθρωπος! Είσαι πολύ τυχερός!
-Ναι…βέβαια, είπα με νόημα.

 

Ο Στέφανος έστρεψε το βλέμμα στη βιβλιοθήκη δίπλα του, σε μια φωτογραφία μου μαζί με τη Σοφία, από τις τελευταίες καλοκαιρινές μας διακοπές.

 

Γυρνώντας προς το τραπεζάκι για να πιάσω την κούπα με τον καφέ μου, το βλέμμα μου έπεσε στον καθρέφτη του σαλονιού. Κοιτάχτηκα και έκλεισα το μάτι στο είδωλό μου χαμογελώντας πονηρά. Το Τέρας ανταπέδωσε.

 

Στείλε μας και εσύ τη δική σου ιστορία εδώ.

Comments

comments