Xάνω το γονιό μου για δεύτερη φορά!

Ταξιδεύω για Θεσσαλονίκη. Γύρω μου κόσμος ανέμελος και χαρούμενος  και εγώ να μην μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυα μου. Ο πόνος είναι αφόρητος, το στομάχι μου έχει γίνει κόμπος.

Αρκεί μια και μόνο στιγμή, ένα ταξίδι για να νιώσεις ότι είσαι ολομόναχη σε αυτό τον κόσμο. Δεν υπάρχει πλέον τίποτα που να με δένει με την πόλη που γεννήθηκα, με τον πατέρα μου και με το πατρικό μου.

Κάνω μια αναδρομή στο παρελθόν.

Μια ευτυχισμένη ανέμελη παιδική ηλικία με γονείς αγαπημένους και εμένα να μη μου λείπει τίποτα. Ζωή σαν σε παραμύθι , με ξέγνοιαστες και χαρούμενες  στιγμές.. Όταν ήμουν 13 χρονών η μητέρα μου αρρώστησε και μετά από μακροχρόνια ταλαιπωρία έφυγε από κοντά μας.

Ο πατέρας μου και εγώ μείναμε μόνοι. Οι δύο μας. Πονέσαμε πολύ, κλάψαμε, υποφέραμε αλλά τουλάχιστον είχαμε ο ένας την παρηγοριά του άλλου σε όλο αυτό που περνούσαμε.  Ζούσε ο ένας για τον άλλο. Ήταν πάντα δίπλα μου, μάνα και πατέρας μαζί, ακόμα και στη δύσκολη εφηβεία μου. Και εγώ το ίδιο.

Ήθελα πάντα να τον κάνω χαρούμενο και περήφανο για εμένα.

Στα 18 μου πέρασα στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Έφυγα αλλά το μυαλό μου ήταν πάντα στην Αθήνα. Στον μπαμπά μου. Τόσο μόνος, τόσο στεναχωρημένος, δεν είχε παρέες δεν είχε τίποτα. Κλεισμένος μονίμως στον εαυτό του, δουλειά σπίτι, σπίτι δουλειά.

Τον πρώτο χρόνο πηγαινοερχόμουν κάθε μήνα, η επικοινωνία μας ήταν καθημερινή, ένιωθα τύψεις που ήμουν μακριά του και ήθελα να καλύψω το κενό μας. Στα μισά του δεύτερου έτους, ο πατέρας μου άλλαξε συμπεριφορά.

Άρχισε να περιποιείται , να βγαίνει πιο συχνά. Ήμουν χαρούμενη και τον ενθάρρυνα. Φαινόταν ότι άρχισε να ζει ξανά.

Στο επόμενο ταξίδι μου γνώρισα και την αιτία της αλλαγής του. Γυναίκα. Την είχα ξαναδεί στο παρελθόν. Μια συνάδελφος του που άλλοτε ήταν απλή ,αδιάφορη και άχαρη να φιγουράρει ξαφνικά  με επώνυμα ρούχα και κοσμήματα δίπλα στον πατέρα μου.

Μου έκανε φυσικά εντύπωση η νεοπλουτίστικη επίδειξη (η κουλτούρα μας δεν ήταν ποτέ τέτοια) αλλά ήμουν χαρούμενη που ο πατέρας μου επιτέλους ξανά ζούσε, έστω και μέσα από αυτή τη γυναίκα.

Η χαρά μου όμως κόπηκε απότομα όταν ο πατέρας μου άρχισε να μου μιλάει για οικονομικά προβλήματα και ότι του ήταν πολύ δύσκολο το τελευταίο διάστημα να συντηρεί δύο σπίτια. Μου πρότεινε να ψάξω για δουλειά. Εκεί κατάλαβα ότι τα λεφτά που άλλοτε πήγαιναν για τις σπουδές μου , τώρα δεν έφταναν γιατί πήγαιναν όλα σε επώνυμες τσάντες και λούσα για την κυρία.

Βρήκα δουλειά στη Θεσσαλονίκη, αφοσιώθηκα στη σχολή μου και δεν ξανά πάτησα στην Αθήνα για ένα χρόνο, μέχρι που ο ίδιος μου ζήτησε να τον επισκεφτώ να συζητήσουμε. Είπα να του κάνω το χατίρι και πήρα το πρώτο αεροπλάνο.

Από εκεί και πέρα άρχισα να τρώω απανωτά χαστούκια. Το πρώτο όταν έσκασε στο αεροδρόμιο με ολοκαίνουριο αυτοκίνητο (οικονομική κρίση κατά τα άλλα) . Το δεύτερο χαστούκι καθοδόν όταν μου ανακοίνωσε τον επικείμενο γάμο του με την εν λόγω κυρία, στον οποίο φυσικά ήθελε να παρευρεθώ και εγώ.

Το τρίτο και τελειωτικό χτύπημα ήταν μόλις φτάσαμε σπίτι. Η εικόνα που αντίκρισα με έκανε να θέλω να ουρλιάξω , να βρίσω, να τα σπάσω όλα.

Το σπίτι όπου μεγάλωσα και έζησα τα παιδικά μου χρόνια, τα εφηβικά μου όνειρα, τις χαρές και τις λύπες δεν υπήρχε πια!

Το σπίτι που λάτρευε η μητέρα μου, που το κάθε τι εκεί μέσα μου θύμιζε εκείνη, τη χαρά της όταν τα αποκτούσε, την αγάπη για το κάθε τι, την φροντίδα της, είχε εξαφανιστεί. Είχε αντικατασταθεί με μια απρόσωπη έκθεση επίπλων.

Μια επίδειξη κακόγουστου νεοπλουτισμού.

Ακόμα και το δικό μου δωμάτιο είχε μετατραπεί σε μια μοντέρνα κρεβατοκάμαρα για ξένους. Τα προσωπικά μου αντικείμενα , όπως με ενημέρωσαν καθώς μου επιδείκνυαν το σπίτι όλο καμάρι, ήταν σε μια μεγάλη κούτα στην αποθήκη και έπρεπε να αποφασίσω αν θέλω να τα πάρω μαζί μου ή να τα πετάξω.

Δε μπορούσα να μείνω ούτε λεπτό εκεί μέσα. Βρήκα μια δικαιολογία και έφυγα άρον άρον για Θεσσαλονίκη.

Ξέρω πως δεν πρόκειται να γυρίσω πια πίσω. Ο πατέρας μου υποχείριο μιας ξένης, δεν κράτησε τίποτα που να του θυμίζει την προηγούμενη ζωή του, τη γυναίκα του, την κόρη του, το σπιτικό του.

Δεν ξέρω αν είναι όντως ευτυχισμένος , εκείνο που ξέρω είναι πως δεν είναι ο πατέρας μου πια. Έγινε έρμαιο στα χέρια μιας τυχοδιώκτριας που εκμεταλλεύτηκε τη μοναξιά του και σπαταλάει τα χρήματα του.

Με τον τρόπο του με έδιωξε και από το σπίτι και από τη ζωή του..  Ξέρω πως πρέπει να μαζέψω τα συντρίμμια μου και να κοιτάξω μόνη μου να φτιάξω τη ζωή μου πλέον..

Μπορεί να υποκρίνομαι την δυνατή όμως κάτι τέτοιες στιγμές που είμαι μόνη μου λυγίζω.

Χάνω τον γονιό μου για δεύτερη φορά και ο πόνος από τις πληγές τις εγκατάλειψης  θα αργήσει να επουλωθεί…

Διαβάστε μία ακόμη εξομολόγηση:

Η μητέρα μου δέχτηκε πίσω τον “άπιστο” πατέρα μου αλλά κάθε μέρα τον “ευνουχίζει”

 

Comments

comments