
I.
Τέλος Μαΐου. Σάββατο πρωί, μια όμορφη, σχεδόν καλοκαιρινή μέρα.
Ο καιρός είναι γλυκός και η – έρημη τέτοια ώρα ακόμα – Παραλιακή ο ιδανικότερος δρόμος για οδήγηση, καθώς ο ήλιος λάμπει πάνω από τη θάλασσα και απουσιάζει η βαβούρα του πενθημέρου. Οδηγώ αργά και δεξιά προσπαθώντας να απολαύσω, όσο μπορώ, τη διαδρομή και τη θέα. Λίγο πριν από την είσοδο της δημοτικής πλαζ πιάνω με την άκρη του ματιού μου μια ενδιαφέρουσα παρουσία στον παράδρομο: Μια κοπέλα με γαλάζιο καφτάνι. Στον ώμο της έχει μια μεγάλη πολύχρωμη τσάντα θαλάσσης. «Άρχισαν οι βουτιές», σκέφτομαι καθώς γυρίζω τέρμα δεξιά για να τη δω καλύτερα, την ώρα που περνώ σχεδόν δίπλα της.
-Πολύ όμορφη φαίν…
-Φρέεεενοοο!
Η φωνή του δασκάλου της οδήγησης με τίναξε σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Ευτυχώς, το γεγονός ότι μπορεί και χειρίζεται από τη θέση του τα πεντάλ μάς έσωσε από τη… βουτιά στο σκαμμένο οδόστρωμα που ξεκινούσε σχεδόν μπροστά από τη «μούρη» του αυτοκινήτου, αφού ο δήμος πραγματοποιούσε έργα. Σταματήσαμε τελικά λίγα εκατοστά πριν τις κορδέλες και τις κορίνες.
-Γρηγόρη πού είχες το μυαλό σου;
-Συγγνώμη δάσκαλε… Αφαιρέθηκα…
Η κοπέλα πέρασε στο ύψος που σταματήσαμε, με φανερή αναστάτωση από το ανατριχιαστικό στρίγγλισμα των φρένων κοιτώντας μας σταματημένους σχεδόν στο χείλος της μεγάλης λακκούβας των έργων. Δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό να της ρίξω μια ακόμα ματιά πριν στρίψει και μπει στην είσοδο της πλαζ.
-Ααα… κατάλαβα, είπε με νόημα ο δάσκαλος. Κοίτα να έχεις τα μάτια σου πάντα εκεί που πας, όταν οδηγείς τουλάχιστον! Πεζός κάνε ό,τι θες! Τέλος πάντων… Βάλε πρώτη, βγάλε φλας και έλεγξε αριστερά, να συνεχίσουμε.
Ανταποκρίθηκα σαν βρεγμένη γάτα.
II.
Το ίδιο βράδυ εξιστορούσα το πάθημά μου στην Άννα, τη γειτόνισσα και φίλη μου. Μένουμε στην ίδια πολυκατοικία, στον ίδιο όροφο, εδώ και 4 χρόνια τώρα. Μια πόρτα είμαστε, που λένε. Σχεδόν συνομήλικοι, «δέσαμε» σε πάρα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ξεκινώντας από τα κλασικά σε τέτοιες περιπτώσεις συνύπαρξης ζητήματα του τύπου «Μήπως έχεις δύο αβγά;» ή «Χάλασε η κεραία μου, μήπως ξέρεις να την φτιάξεις;» και φτάνοντας γρήγορα σε σημείο να περνάω ώρες ολόκληρες στο σπίτι της και αυτή στο δικό μου.
-Μα καλά και συ βρε παιδί μου… Να έχεις τα χέρια στο τιμόνι, να οδηγείς και να κοιτάς αλλού;
-Εντάξει… Ξέρεις πώς είναι αυτά! Είναι καλοκαιράκι… Τα ρούχα λιγοστεύουν… Τα μάτια παίζουν…
-Χμμ…! Μιλώντας για μάτια άκουσε να σου πω κάτι, είπε η Άννα παίρνοντας το «δασκαλίστικο» ύφος της.
-Πείτε μου κυρία, απάντησα κοροϊδευτικά.
-Παιδί μου Γρηγόρη, ξεκίνησε να λέει με στόμφο, αν δεν κοιτάς εκεί που θες να πας, θα πας εκεί που κοιτάς! Γι΄αυτό να είσαι προσεκτικός στο πού στρέφεις το βλέμμα σου!
Έμεινα αποσβολωμένος να την κοιτάζω, προσπαθώντας να συλλάβω το νόημα της φράσης της.
-Μμμ…μάλιστα… Κι εσύ πού συνηθίζεις να κοιτάς Άννα; ρώτησα εξυπνακίστικα προσπαθώντας να αποστρέψω τη συζήτηση από πάνω μου.
Η Άννα με κοίταξε αινιγματικά, γύρισε το βλέμμα προς την ανοιγμένη μπαλκονόπορτα του σαλονιού και χαμογέλασε.
III.
Το βράδυ, ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, άρχισα να επαναλαμβάνω ασυναίσθητα τη «μαγική» φράση, σαν mantra. Βοηθούσε και το παιχνίδι των ρημάτων. Μα τι να εννοούσε; Αχ… γυναίκες! Εδώ κοτζάμ Φρόυντ δεν μπόρεσε να τις καταλάβει και θα το καταφέρω εγώ; «Αν δεν κοιτάς εκεί που θες να πας, θα πας εκεί που κοιτάς». Νά ’το πάλι! Η γειτόνισσα, η φιλόσοφος Άννα!
Και βέβαια η φίλη Άννα… Πάντα εκεί όταν την είχα χρειαστεί. Με είχε δει όλα αυτά τα χρόνια στα καλύτερα, αλλά και στα χειρότερά μου. Κι εγώ περίπου το ίδιο, όσο μου επέτρεπε η φύσει πιο μυστικοπαθής στάση της απέναντι σε λόγια και γεγονότα. Μοιραζόμασταν τους προβληματισμούς, τις χαρές και τις λύπες μας, τους ερωτικούς θριάμβους αλλά και τις αισθηματικές αποφράδες μέρες μας. Μιλώντας μαζί της – κυρίως όταν έβρισκε καταφύγιο ο ένας κοντά στον άλλο, αποκαμωμένοι από τις «μάχες» των ερωτικών σχέσεων – πολλές φορές τα λόγια της ηχούσαν μυστήρια στ’ αφτιά μου. Απόψε είχε προστεθεί άλλη μία.
Χαλάρωσα. «Κλείσε τα μάτια και δες». Και το όνειρο ξεκίνησε. Ήμουν λέει στο ίδιο σκηνικό με το αυτοκίνητο, όπως το πρωί. Έχω στη θέση του συνοδηγού την Άννα. «Πάμε εδώ πιο κάτω να περάσουμε όμορφα», μου λέει και με φιλάει στον λαιμό. Γυρίζω το βλέμμα μου προς την είσοδο της πλαζ: Η κοπέλα με το καφτάνι αγκαλιάζει με πάθος τον δάσκαλο της οδήγησης, ο οποίος γυρίζει και μου φωνάζει «Σου τα έλεγα εγώ». Από τη λακκούβα του δρόμου ξεπηδάει ένα σιντριβάνι. Ξαφνικά μεταφέρομαι σε ένα πολύχρωμο δωμάτιο. Είναι βράδυ και είμαι ακόμα μαζί με την Άννα. Είναι γυμνή τώρα. Στο κρεβάτι δίπλα της, είναι ριγμένο ένα γαλάζιο καφτάνι. Με γδύνει και πέφτουμε μαζί στο κρεβάτι…
Πετάγομαι μέσα στη νύχτα ιδρωμένος. Οι αρτηρίες στο υπογάστριό μου έχουν πλημμυρίσει αίμα – το ξέρω το ίδιο καλά όσο καλά νιώθω και το αποτέλεσμα στο ξαφνικά άβολο και στενό εσώρουχό μου. Ξεροκαταπίνω… Η Άννα! Τι όνειρο ήταν αυτό! Σηκώνομαι και πάω στην κουζίνα για λίγο νερό. Ήρεμος σωματικά ξανά, πέφτω πάλι για ύπνο.
IV.
Οι επόμενες ημέρες πέρασαν με το μυαλό μου ιδιαίτερα απασχολημένο από όλα τα τελευταία γεγονότα: Κυρίως βέβαια τα λόγια της Άννας, αλλά και τα παρόμοια λόγια του δασκάλου, το όνειρο… Χωρίς να πιστεύω ιδιαίτερα σε αυτά, έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται μήπως όλα αυτά αποτελούν μέρη ενός μηνύματος. Σαν «κάποιος» να θέλει να μου πει «κάτι»! Σίγουρα όμως είχαν σχηματίσει έναν ιδιότυπο φακό, ένα κιάλι, μέσα από το οποίο είχα ξεκινήσει να παρατηρώ τον εαυτό μου και κυρίως την Άννα.
«Σε γουστάρει. Δεν το καταλαβαίνεις;», ήταν η απόφανση ενός φίλου, με τον οποίο μοιράστηκα όχι μόνο τα τελευταία γεγονότα, αλλά και μια αναδρομή της – τελικά ιδιαίτερα στενής – σχέσης μου με τη γειτόνισσά μου. Προσποιήθηκα τον έκπληκτο, δίνοντάς του τη χαρά να υπερηφανευτεί για τη «διαλεύκανση του μυστηρίου». Στην πραγματικότητα είχα ήδη καταλάβει ακριβώς το ίδιο, αλλά και κάτι ακόμα, το οποίο δεν έθεσα υπ’ όψιν του: Είχα ξεκινήσει να γουστάρω κι εγώ την Άννα.
V.
Μέσα Ιουνίου. Παρασκευή απόγευμα, ένα δροσερό καλοκαιρινό απόγευμα.
Χτύπησα το κουδούνι του διαμερίσματος της Άννας με ενθουσιασμό. Άνοιξε και με υποδέχτηκε με ένα λαμπερό χαμόγελο, ως συνήθως. Μπήκα γρήγορα μέσα πανηγυρίζοντας.
-Το πήρα!! Πέρασα! Όλα τέλεια!!
-Έτοιμος για βόλτες δηλαδή!
-Ε ναι! Διπλωματούχος οδηγός πλέον! Όχι, παίζουμε!
-Μπράβο!!
Άνοιξε τα χέρια της και έπεσα ορμητικά στην αγκαλιά της. Ένιωσα έντονα το άρωμα και τη θέρμη της παντού, καθώς με έσφιξε πάνω της. Και τότε έγινε, σαν να ήταν το πιο φυσικό κι επόμενο, εκείνο που βαθιά μέσα μας θέλαμε και οι δύο πλέον, αλλά δεν ομολογούσαμε ακόμα ανοιχτά: Χαλάρωσε την αγκαλιά της, βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο και τα χείλη μας ενώθηκαν σε ένα βαθύ φιλί.
Ηλεκτρισμένη, έκλεισε τρυφερά στις παλάμες της τα μάγουλά μου, τραβήχτηκε λίγο και με παρατήρησε ξέπνοη. H Άννα, στην οποία πάντοτε κατέληγα…Το βλέμμα μου σάρωνε κάθε εκατοστό του προσώπου της. Το δέρμα της έλαμπε. Πιο χαμηλά, στον λαιμό της, μια φλέβα σκιρτούσε στον ρυθμό του αναστατωμένου σφυγμού της.
-Γρηγόρη… Πού κοιτάς Γρηγόρη;
Σήκωσα το βλέμμα μου και συνάντησα τα μάτια της που γυάλιζαν.
-Εκεί που θέλω να πάω, της είπα. Και την ξαναφίλησα.
