Η στιγμή του αποχωρισμού…

12 χρόνια έχουν περάσει από τη μέρα που έφυγε για πάντα από την Ελλάδα. Εκείνη ήταν 22 χρονών, εγώ μόλις 11. Μπορεί να είχα τα μισά της χρόνια ακριβώς, τόσα όσα είχε εκείνη όταν εγώ γεννιόμουν, μα μπορούσα, παρά το νεαρό της ηλικίας μου να αντιληφθώ τί είχε συμβεί.

 

Η αδερφή μου είχε αποφασίσει να αλλάξει τόπο διαμονής, μετά από μια καλή ευκαιρία που της δόθηκε να ανοίξει τα φτερά της και να διευρύνει τους ορίζοντές της. Νέα, φιλόδοξη, φέρελπις, ενθουσιώδης, γεμάτη προσδοκίες, ανυπομονησία και θέληση για γνώση, εγκαταστάθηκε στην κρύα Φινλανδία. Η συνειδητοποίηση της μετακόμισής της δεν ήταν εύκολη για κανέναν μας. Ήταν κάτι που ήρθε ξαφνικά και αναπάντεχα. Και οι μέρες περνούσαν, οι μήνες, και κάθε τόσο ο ερχομός της στην Ελλάδα γέμιζε την οικογένεια με χαρά αλλά και μια κρυφή ελπίδα πως θα είναι μόνιμη η επάνοδός της. Μια ελπίδα που με κάθε της αποχώρηση διαψευδόταν. Και ξαναγεννιόταν με την επόμενη της επίσκεψη και “γκρεμιζόταν” και πάλι με την κατοπινή της επιστροφή για τη την κρύα χώρα του Βορρά.

 

Μεγαλώνοντας, δε μου ήταν αρκετό να βρισκόμαστε μια και δυο φορές το χρόνο, και εφόσον πλέον η δουλειά της δε της επέτρεπε πολλές άδειες και αργίες, αποφάσισα πως ήμουν αρκετά μεγάλη-κοντά στα 15 μου-ώστε να αρχίσω να την επισκέπτομαι εγώ, τα καλοκαίρια και τις ημέρες των διακοπών από το σχολείο. Οι στιγμές εκείνες της ετοιμασίας για το ταξίδι μου, ήταν οι πιο ευτυχισμένες της ζωής μου. Η ανυπομονησία να την επισκεφτώ, να περάσω χρόνο μαζί της, να αναπληρώσω το κενό της απουσίας της με κατέκλυζαν ολοκληρωτικά. Η διαμονή μου στην κρύα αυτή χώρα- κρύα όχι μόνο λόγω κλίματος, αλλά και λόγω της θέσης που είχε καταλάβει στην καρδιά μου εφόσον μου στερούσε το άτομο που αγάπησα στη ζωή μου περισσότερο από τον καθένα- ήταν πολύ ευχάριστη.

 

Είχα την ευκαιρία, έστω και για λίγο, να ζήσω μαζί της. Να αντισταθμίσω τις ατελείωτες στιγμές που ζήσαμε μακριά η μια απ’ την άλλη. Ώσπου αναπόφευκτα και πάλι, ερχόταν η στιγμή του αποχωρισμού. Και κάθε φορά έλεγα, πως θα φανώ δυνατότερη από την τελευταία, πως δε θα στενοχωρηθώ, δε θα κλάψω, αν μη τι άλλο εφόσον ξέρω πως είναι καλά και ευτυχισμένη εδώ που ζει. Πάντα, τις ημέρες εκείνες που έπρεπε και πάλι να πούμε το αντίο, έλεγα στον εαυτό μου πως πρέπει να φανώ δυνατή και για τις δυό μας, να μην λυγίσω, να μην κλάψω, γιατί έτσι ήθελε η ζωή να έρθουν τα πράγματα. Ποτέ βέβαια δεν τα κατάφερα.

 

Μπορεί, τα μισά μου χρόνια να τα πέρασα μακριά της, μα ήταν σαν να είναι συνεχώς εκεί. Δίπλα μου. Μαζί μου στο παιδικό μας δωμάτιο. Ό,τι κι αν αισθανόμουν, ότι κι αν σκεφτόμουν, ό,τι κι αν ευχόμουν, ήξερα βαθιά μέσα μου πως το αισθάνεται, το σκέφτεται, το εύχεται κι εκείνη μαζί με μένα. Μια μαγική, αόρατη δύναμη που ενώνει τα αδέρφια, ακόμα κι αν χιλιάδες χιλιόμετρα τα χωρίζουν.

 

Και τώρα, βρίσκομαι ξανά, σ’εκείνο το σημείο του αποχωρισμού. Βιώνοντας το ίδιο συναίσθημα που πάντα υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι θα καταπνίξω και δε θα το αφήσω να με παρασύρει. Αλλά κάθε, μα κάθε φορά, την ώρα εκείνη του αποχωρισμού, ένα κομμάτι του εαυτού μου μένει πίσω, μαζί της, να τη συντροφεύει τις ευχάριστες μα και τις δύσκολες στιγμές. Και ταυτόχρονα, ένα δικό της κομμάτι, ένα μέρος της ψυχής της, έρχεται μαζί μου, για να νιώθω λιγότερο έντονα την έλλειψη της. Και έτσι, έχοντας η κάθε μια ένα κομμάτι της άλλης, ολοκληρώνεται, και κουβαλάμε για πάντα η μία την άλλη στην πορεία της ζωής μας…

 

Αφιερωμένο στην αδερφή μου, αλλά και σε όλα εκείνα τα αδέρφια που η μοίρα ή οι επιλογές τους τα ανάγκασαν να ζουν χωριστά….

 

 

Πηγή

Comments

comments